Δια - λογοι

Η Αντριάνα παραξενεύτηκε με το επίμονο κουδούνισμα στην πόρτα. Ήταν η Τζένη, η κόρη της, σε έξαλλη κατάσταση

- Μαμά αυτοκτονώ!

- Να σου κάνω ένα τσαγάκι πριν αυτοκτονήσεις κι αφήσεις τα παιδιά σου ορφανά;

Περισσότερα...

- Μάνα πάρε με στην αγκαλιά σου

- Είσαι στην αγκαλιά μου

- Φοβάμαι

Περισσότερα...

Η Φένια βγήκε σχεδόν τελευταία απ’ την εκκλησία. Στη γωνία του τετραγώνου είδε με την άκρη του ματιού της έναν ζητιάνο και τον πλησίασε. Άφησε ένα κέρμα στο απλωμένο του χέρι

Περισσότερα...

 

- Δεν μπορώ άλλο, πάω για τσιγάρο

Ο Μπάμπης βγαίνει έξω σχεδόν τρέχοντας

Μια βαθειά ρουφηξιά και το βλέμμα ανήσυχο ταξιδεύει στο πάρκο που περιβάλλει τα κοιμητήρια της περιοχής

Περισσότερα...

- Βρε Μίλτο, εσύ είσαι;

- Μμμ… Συγνώμη κύριε; 

- Σήκωσε το κεφάλι σου και δες με

Περισσότερα...

- Ορίστε;

- Ήρθα για την αγγελία του αυτοκινήτου

- Μισό λεπτό, κατεβαίνω

Περισσότερα...

 

- Καλημέρα Θοδωρή

- Καλημέρα Στράτο…Πολύ πρωινός σήμερα...

- Είμαι εδώ απ’ τις οκτώ

Περισσότερα...

- Χρόνια πολλά Σταμάτη, νάσαι γερός και να τα εκατοστίσεις

- Ευχαριστώ πολύ Ανθή κι εσύ ό,τι επιθυμείς. Πέρνα, κάθισε

Περισσότερα...

- Θα σε περιμένω γύρω στις έξι είπε η Κόνα κι έκλεισε το τηλέφωνο. Ήταν ο Κυριάκος, ο παιδικός φίλος που θα της έφερνε προσκλητήριο για τον γάμο του μικρού του γιού. Ο μικρός που ήταν ήδη τριάντα δυο χρονών και θα παντρευόταν την μεθεπόμενη Κυριακή

- Άλλος ένας γάμος… Θα μπορούσα να ήμουν εγώ η πεθερά, μουρμούρισε η Κόνα κι ένιωσε ένα κρύο ρεύμα να της χτυπάει την πλάτη

- Ας κάνω ένα ζεστό να πιω

Το διαμέρισμά της ήταν μεγάλο. Πολύ μεγάλο για ένα άτομο. Προίκα, απ’ την αντιπαροχή που πήραν για το πατρικό. Ωραίο διαμέρισμα, φωτεινό, με θέα στο λιμάνι

- Σε ποιόν να μιλήσω τώρα; Σε ποιόν να τηλεφωνήσω, με ποιόν να πάω μια βόλτα; 

Κρατώντας την κούπα με το τσάι, τριγυρνούσε στα δωμάτια

- Το δωμάτιο του Νίκου. Του Νίκου που δεν παντρεύτηκε, επειδή σαν μεγάλος αδελφός έπρεπε να φροντίζει την χήρα μάνα και τα μικρότερα αδέλφια. Και πέρασαν τα χρόνια κι ο Νίκος γέρασε, ασχήμυνε και πέθανε 

Δάκρυα αρχίζουν να κυλούν στο πρόσωπό της

- Το δωμάτιο του Στέλιου… Ο ευαίσθητος μικρός αδελφός που έζησε μόνο είκοσι οκτώ Χριστούγεννα, γεμίζοντας θλίψη το καινούργιο διαμέρισμα. Μόλις είχαμε μετακομίσει και δεν χάρηκε για πολύ το καινούργιο του κρεβάτι 

Τα δάκρυα τρέχουν απ’ τα μάτια της

- Να και το δωμάτιό μου. Το δωμάτιο της πριγκίπισσας! Της Κοκόνας  που έπρεπε να είναι η καλή θυγατέρα κι αδελφή, που ήταν ντροπή να δουλέψει, που θα παντρευόταν τον καλύτερο, που θα ζούσε ευτυχισμένα…

Πέταξε την κούπα της στον τοίχο κι έμεινε να κοιτάει τα ρυάκια του τσαγιού που ακολουθούσαν το νόμο της βαρύτητας

- Το καλό κορίτσι που δεν δούλεψε ποτέ και συντηρείται με τα νοίκια απ’ τα σπίτια των χαμένων αδελφών

Γονατίζει κι αρχίζει να μαζεύει τα κομμάτια της κούπας

- Το καλό κορίτσι που φρόντισε μάνα κι αδέλφια ως το τέλος

Μ’ ένα πανάκι αρχίζει να καθαρίζει τον τοίχο

- Το προικισμένο κορίτσι που δε θα μπορούσε ποτέ να παντρευτεί τον φτωχό Κυριάκο, εργάτη στην κονσερβοποιία της διπλανής πόλης. Ούτε φυσικά τον Περικλή, υπάλληλο στα ταχυδρομεία, ούτε τον Γιώργο που θα έφευγε μετανάστης στον Καναδά

Σφίγγοντας το πανάκι στο χέρι, γονατίζει και τρίβει αφηρημένα το πάτωμα

- Έμεινε μόνο του το καλό κορίτσι, που δεν έχει πια κανέναν να την αγαπάει. Επειδή έπρεπε να κάνει αυτά που ήθελαν οι άλλοι. Έστω κι αν αυτοί οι άλλοι ήταν η δική της οικογένεια 

Η Κόνα έμεινε καθιστή στο πάτωμα

- Γιατί μιλώ για τον εαυτό μου σα να είμαι μια άλλη; Γιατί χρησιμοποιώ τρίτο πρόσωπο; Μάλλον αισθάνομαι την ζωή μου σαν κάποιας άλλης, μιας γυναίκας που έζησε χωρίς να ζήσει..

Ανοίγει το ραδιόφωνο που βρίσκεται πάνω στο κομοδίνο. Η μελωδία ενός βαλς πλημμυρίζει τον χώρο

- Σοστακόβιτς… Μάτια ερμητικά κλειστά … Ναι, αυτό είναι. Μια ταινία που απαγορευόταν να την δω, διότι δεν άρμοζε στην ηθική της οικογένειας. Και μου αρέσει τόσο πολύ ο κινηματογράφος… Και η μουσική… Μπορώ να αναγνωρίσω μουσικές απ’ όλες τις ταινίες που έβλεπα κρυφά στο βίντεο αρχικά και στον υπολογιστή αργότερα

 Αρχίζει χορεύει στο τέμπο του βαλς

- Είμαι μια ευπρεπής γεροντοκόρη… Ετών εβδομήντα

Φωνάζει πολύ δυνατά

- Ετών εβδομήντα, μ’ ακούτε; Δεν κρύβω τα χρόνια μου, δεν πρόκειται να παντρευτώ, δεν περιμένω τον γαμπρό για να τον ξεγελάσω με την ηλικία μου! Περιμένω τον Κυριάκο να μου φέρει το προσκλητήριο για τον γάμο του γιού του… Το Κυριάκο που ήθελε να με παντρευτεί, αλλά ήταν εργάτης και δεν επιτρεπόταν σε μια κόρη στρατηγού να ξεπέσει κοινωνικά

Κοιτάζεται στον καθρέφτη

- Κι εσύ τι έκανες κυρία Κοκόνα για να ξεφύγεις; Τόλμησες ποτέ σου; Φορούσες τα ρούχα σου ή σε φορούσαν αυτά; 

Μ’ ένα κραγιόν  έγραψε στον καθρέφτη 

«Η μοίρα σου είναι ο χαρακτήρας σου»

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Ο καιρός στην Πιερία

Πρωτοσέλιδα

Πρόγραμμα τηλεόρασης