Γ. Χατζηθεοδοσίου στην εφημερίδα “Δημοκρατία”: Φθηνό τρόφιμο ή φθηνή Ευρώπη;

Ο Πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, σε άρθρο του στην εφημερίδα “Δημοκρατία” αναφέρεται στη συμφωνία της ΕΕ με τη Mercosur και αναδεικνύει κρίσιμα ερωτήματα που προκύπτουν, τόσο για την ποιότητα των τροφίμων όσο και για το μέλλον του πρωτογενούς τομέα στη χώρα μας.

Ακολουθεί το άρθρο του κ. Χατζηθεοδοσίου:

Τους τελευταίους μήνες, σε ολόκληρη την Ευρώπη, ο αγροτικός τομέας βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Οι πιέσεις στο εισόδημα των παραγωγών, οι αυξημένες απαιτήσεις συμμόρφωσης, οι αλλαγές στις αγορές και οι διεθνείς εμπορικές εξελίξεις επαναφέρουν κρίσιμους προβληματισμούς για το παρόν και το μέλλον της ευρωπαϊκής γεωργίας.

Η Κοινή Αγροτική Πολιτική έχει εξελιχθεί σε ένα πλαίσιο κανόνων που καθορίζει τον τρόπο παραγωγής των τροφίμων στην Ευρώπη. Η έμφαση στην ποιότητα και την ασφάλεια του τροφίμου συνοδεύεται από συγκεκριμένες απαιτήσεις, με μετρήσιμο κόστος και αυξημένες υποχρεώσεις για τους Ευρωπαίους αγρότες.

Την ίδια στιγμή όμως, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται έτοιμη να ανοίξει ακόμη περισσότερο τα σύνορά της σε προϊόντα τρίτων χωρών, στο πλαίσιο της συμφωνίας με τη Mercosur. Προϊόντα που δεν υπόκεινται στους ίδιους κανόνες, δεν παράγονται με τα ίδια πρότυπα και δεν φέρουν το ίδιο κόστος συμμόρφωσης.

Αυτή η ασυμμετρία οδηγεί σε ένα ξεκάθαρο ερώτημα: θέλουμε φθηνότερα τρόφιμα ή υποβαθμισμένα τρόφιμα;

Μελέτες – όπως αυτή του ΣΕΒ – δείχνουν ότι το φθηνό εισαγόμενο προϊόν δεν είναι ποτέ ουδέτερο. Συμπιέζει τις τιμές, αποδυναμώνει την εγχώρια παραγωγή, μειώνει τα εισοδήματα στην περιφέρεια και, τελικά, μεταφέρει το πραγματικό κόστος στον καταναλωτή, είτε μέσω χαμηλότερης ποιότητας είτε μέσω απώλειας επισιτιστικής ασφάλειας.

Οι συνέπειες δεν αφορούν μόνο τους αγρότες. Για τον κόσμο του εμπορίου μεταφράζονται σε στενότερα περιθώρια και σε έναν ανταγωνισμό που μετατοπίζεται από την ποιότητα στη χαλάρωση των κανόνων.

Υπάρχει, όμως, και μια ακόμη διάσταση που συχνά αποσιωπάται: η εμπιστοσύνη του καταναλωτή. Ο Ευρωπαίος πολίτης έχει μάθει να θεωρεί δεδομένο ότι το τρόφιμο που αγοράζει πληροί συγκεκριμένα ποιοτικά και υγειονομικά πρότυπα. Αν δημιουργηθεί η αίσθηση ότι για τους παραγωγούς ισχύουν δύο μέτρα και δύο σταθμά, τότε το πλήγμα στην αγορά και την κοινωνία θα γίνει εντονότερο.

Η Ευρώπη δεν μπορεί να ζητά από τους αγρότες της να επενδύουν στην ποιότητα και, ταυτόχρονα, να ανταμείβει την εισαγωγή προϊόντων που παρακάμπτουν αυτούς τους κανόνες. Αυτό δεν είναι στρατηγική, αλλά αυτοϋπονόμευση.

Για χώρες όπως η Ελλάδα, το διακύβευμα είναι ακόμη σοβαρότερο. Η ελληνική αγροδιατροφή στηρίζεται σε μικρούς και μεσαίους παραγωγούς, σε προϊόντα ποιότητας, με ταυτότητα και προστιθέμενη αξία. Δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε στο χαμηλότερο κόστος.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξουν εμπορικές συμφωνίες, αλλά με ποιους όρους. Αν οι όροι δεν διασφαλίζουν ισοτιμία, διαφάνεια και σεβασμό στα πρότυπα που η ίδια η Ευρώπη έχει επιλέξει, τότε το κόστος θα το πληρώσουν οι αγρότες, αλλά και οι επιχειρήσεις, οι καταναλωτές, οι τοπικές οικονομίες. Γιατί το φθηνό προϊόν μπορεί να κοστίζει λιγότερο στο ράφι, αλλά συχνά κοστίζει πολύ περισσότερο στην κοινωνία.

Ο Διάλογος
Ομάδα Σύνταξης at  | [email protected] | Website |  + posts