Κατά την επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη ο πρωθυπουργός προσπάθησε να υποστηρίξει με επικοινωνιακές κινήσεις το κυβερνητικό αφήγημα που θέλει τη Θεσσαλονίκη, με τα έργα που γίνονται τα τελευταία χρόνια, να αλλάζει προς το καλύτερο.
Είναι όμως έτσι;
Από τεχνικής και λειτουργικής σκοπιάς, ο σχεδιασμός των έργων χαρακτηρίζεται από έλλειψη ολιστικής προσέγγισης και κακό συντονισμό. Η απόφαση να ξεκινήσει το Flyover πριν καν τεθεί σε πλήρη λειτουργία το Μετρό και πριν καν δρομολογηθούν οι καίριες για το κυκλοφοριακό της πόλης επεκτάσεις προς τα δυτικά και προς αεροδρόμιο, αλλά και προτού να ενισχυθεί ουσιαστικά ο στόλος του ΟΑΣΘ, δημιούργησε ένα κυκλοφοριακό «έμφραγμα» χωρίς προηγούμενο. Η πόλη αντιμετωπίζεται με αποσπασματικές λύσεις που συχνά αλληλοαναιρούνται. Για παράδειγμα, ενώ το Μετρό στοχεύει στη μείωση των ΙΧ, το Flyover ενθαρρύνει τη χρήση τους, την ώρα που οι βασικές οδικές αρτηρίες της πόλης παραμένουν παραμελημένες και χωρίς σύγχρονες υποδομές μικροκινητικότητας (ποδηλατόδρομοι, πεζοδρόμια).
Σε περιβαλλοντικό επίπεδο, το τίμημα της «ανάπτυξης» που επέλεξε η κυβέρνηση είναι δυσανάλογο. Η κατασκευή του Flyover απαίτησε την υλοτόμηση χιλιάδων στρεμμάτων στο περιαστικό δάσος του Σέιχ Σου, το οποίο αποτελεί τον μοναδικό «πνεύμονα» της πόλης, επιδεινώνοντας την ποιότητα της ατμόσφαιρας, αυξάνοντας τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και επιδεινώνοντας τον κίνδυνο πλημμυρών. Παράλληλα, η Θεσσαλονίκη παραμένει μια πόλη με το χαμηλότερο ποσοστό πρασίνου ανά κάτοικο στην Ευρώπη, καθώς οι μεγάλες παρεμβάσεις εστιάζουν στην αστικοποίηση, δηλαδή στο τσιμέντο και τις οδικές υποδομές, αντί για τη δημιουργία μητροπολιτικών πάρκων και την προστασία του θαλάσσιου μετώπου από τη ρύπανση. Η άρνηση της κυβέρνησης να μετατρέψει τη ΔΕΘ σε ένα μεγάλο δημόσιο χώρο και σε ένα ενιαίο Μητροπολιτικό Πάρκο είναι ενδεικτική του ποιον υπηρετούν τα νέα έργα.
Σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, το success story της δήθεν «μεταμόρφωσης» της πόλης στερείται δημοκρατικής νομιμοποίησης και διαψεύδεται από τη δυσαρέσκεια των πολιτών. Η καθημερινή ταλαιπωρία στις μετακινήσεις, η οποία προέρχεται από έργα που δεν αποφασίστηκαν δημοκρατικά, αλλά επιβλήθηκαν άνωθεν και τα οποία δεν εξυπηρετούν τους πολίτες, αλλά συγκεκριμένα εργολαβικά, κυρίως, συμφέροντα, μεταφράζεται σε χιλιάδες χαμένες εργατοώρες και αυξημένο στρες που υποβαθμίζει την ψυχική υγεία των κατοίκων. Όπως, επίσης, η μέχρι τώρα άρνηση του Δήμου να διενεργήσει δημοψήφισμα για να εκφραστεί ελεύθερα η γνώμη των πολιτών για το μέλλον της ΔΕΘ, συνηγορεί στο έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης του μοντέλου ανάπτυξης που έχει επιλεγεί για τη Θεσσαλονίκη.
Επιπλέον, επιδεινώνεται το στεγαστικό πρόβλημα ιδίως για νέους και εγκυμονεί ο φόβος του βίαιου εξευγενισμού (gentrification): οι μεγάλες επενδύσεις στο λιμάνι και στα υπάρχοντα ακίνητα αυξάνουν τα ενοίκια και το κόστος ζωής, απειλώντας να εκδιώξουν τις παραδοσιακές μικρές επιχειρήσεις και τους μόνιμους κατοίκους από το κέντρο.
Μετατρέποντας την πόλη σε μια «βιτρίνα» για τουρίστες και επενδυτές αλλά, δυστυχώς, αφιλόξενη για τους ίδιους τους Θεσσαλονικείς.
Δήλωση Γιάννη Μυλόπουλου
Τα έργα υποδομής κρίνονται σε δυο επίπεδα:
- Από το αν και κατά πόσο υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και το κοινωνικό όφελος, καθώς και από το
- Αν και κατά πόσο συμβάλλουν στους περιβαλλοντικούς στόχους. Που για μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη είναι η ανθεκτικότητα, η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, η βελτίωση του κυκλοφοριακού, με τον περιορισμό των ΙΧ αυτοκινήτων και την αύξηση, αντίστοιχα, των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς, καθώς και η αύξηση των δημόσιων χώρων, των πνευμόνων πρασίνου και των διεξόδων για άσκηση και εκτόνωση των πολιτών.
Και σε αυτούς τους δείκτες, τα έργα για τα οποία κομπάζει ο πρωθυπουργός στη Θεσσαλονίκη δεν περνούν τις εξετάσεις ούτε της κοινωνικής αποδοχής, ούτε και της περιβαλλοντικής αναβάθμισης της πόλης και της βελτίωσης της ζωής σε αυτήν.
Ο δρόμος που πρέπει να αναζητήσει η Θεσσαλονίκη δεν είναι ο δρόμος της τεχνοκρατικής ανάπτυξης που υπηρετεί οικονομικά συμφέροντα. Είναι ο δρόμος της βιώσιμης ανάπτυξης, που εξυπηρετεί τον άνθρωπο, βελτιώνει το περιβάλλον και τη φύση και αναβαθμίζει την ποιότητα της ζωής.

