Το δικαιώμα στην ελευθεροτυπία

Γράφει η δημοσιογράφος Αριστέα Κοντόζογλου

Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 14 του ισχύοντος Συντάγματος που κατοχυρώνει την ελευθερία της έκφρασης και την ελευθερία του Τύπου. Οδηγός μας θα είναι όχι μόνο η βολταιρική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία ακόμα κι αν διαφωνεί κανείς με τις τοποθετήσεις κάποιου, δεν θα πάψει να υπερασπίζεται το δικαίωμά του να τις εκφράζει ελεύθερα, αλλά και οι σκέψεις και οι αναλύσεις επιφανών εκπροσώπων της νομικής επιστήμης και ειδικότερα της θεωρίας των ατομικών δικαιωμάτων.

Αν και τα δικαιώματα στην ελευθερία της έκφρασης και στην ελευθερία του Τύπου κατοχυρώνονταν και σε προγενέστερα συνταγματικά κείμενα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ιδιαίτερη μέριμνα που επέδειξε για την προστασία τους ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 είχε να κάνει και με την πρόσφατη (τότε) εμπειρία της στέρησης της πολιτικής ελευθερίας και της λογοκρισίας κατά τη διάρκεια της επταετούς δικτατορίας (1967–1974).

            Η ελευθερία της έκφρασης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 14 του Συντάγματος αφορά ιδίως την ελεύθερη συμμετοχή των ατόμων στην πολιτική ζωή της χώρας δίχως κρατικούς περιορισμούς, διώξεις ή προληπτικούς ελέγχους. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σημαντικό ατομικό δικαίωμα, το οποίο βρίσκεται στον πυρήνα της δημοκρατικής αρχής και της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας.

            Το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης μπορεί να ασκείται από έναν, από πολλούς, από κοινού ή χωριστά, περιστασιακά ή και συγκυριακά, οργανωμένα και συστηματικά από κάθε είδους συλλογικότητες.

            Ένα ισχυρό πλέγμα διατάξεων του διεθνούς δικαίου κατοχυρώνουν, επίσης, το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Ειδικότερα, το δικαίωμα αυτό προστατεύουν η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1948 (άρθρο 19), το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (άρθρο 19), ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 11) και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 10).

            Οι §§ 1 και 2 του άρθρου 14 του Συντάγματος, δηλ. η ελευθερία της έκφρασης και η ελευθερία του Τύπου, τελούν σε σχέση αλληλεξάρτησης. Η θεωρία των ατομικών δικαιωμάτων έχει αναλύσει εκτενώς το περιεχόμενο της ελευθερίας του Τύπου. Πρόκειται 1) για ελευθερία έκδοσης, σύνταξης, εκτύπωσης και κυκλοφορίας, 2) για ελευθερία ίδρυσης και λειτουργίας επιχειρήσεων Τύπου, 3) για ελευθερία νόμιμης συλλογής πληροφοριών και επιλογής πηγών πληροφοριών, 4) για ελευθερία σύνταξης και δημοσίευσης ειδήσεων, σχολίων γενικού ή ειδικού περιεχομένου, 5) για ελευθερία επιλογής και άσκησης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος κοκ. Ταυτόχρονα, έχει προσδιοριστεί με σαφήνεια η έκταση της προσφερόμενης από το άρθρο 14 προστασίας. Πρόκειται για την προστασία κάθε πτυχής της δραστηριότητας του Τύπου, η οποία συνδέεται με την ελευθερία της έκφρασης, για την προστασία της επιχειρηματικής και τεχνικής του λειτουργίας, καθώς και για την προστασία της αυτονομίας και του πλουραλισμού του. Μάλιστα, γίνεται δεκτό ότι η ελευθερία του Τύπου δεν αποκλείει και τη θετική ρυθμιστική παρέμβαση του κράτους για την προστασία του. Η παρέμβαση αυτή, ωστόσο, δεν επιτρέπεται να οδηγεί σε κηδεμονία ή χειραγώγηση του Τύπου.

            Το άρθρο 14 § 2 απαγορεύει ρητά και κατηγορηματικά τη λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο. Το υπόβαθρο της διάταξης είναι, χωρίς αμφιβολία, η αρνητική ιστορική εμπειρία. Λογοκρισία θεωρείται η εξουσία προελέγχου και έγκρισης ή μη του περιεχομένου ενός εντύπου εκ μέρους μιας κρατικής αρχής.

            Στο άρθρο 14 § 3 απαγορεύεται ρητά η κατάσχεση εντύπων. Ταυτόχρονα, όμως εισάγονται και 4 αποκλειστικές εξαιρέσεις, η συνδρομή των οποίων δικαιολογεί την κατάσχεση εντύπων. Οι εξαιρέσεις αυτές είναι: α) η προσβολή της χριστιανικής και κάθε άλλης γνωστής θρησκείας, β) η προσβολή του προσώπου του/της Προέδρου της Δημοκρατίας γ) δημοσίευμα που αποκαλύπτει πληροφορίες για την ασφάλεια και την εδαφική ακεραιότητα της χώρας ή που έχει σκοπό την ανατροπή του πολιτεύματος και
δ) άσεμνα δημοσιεύματα που προσβάλλουν ολοφάνερα τη δημόσια αιδώ. Ωστόσο, γίνεται δεκτό ότι οι παραπάνω εξαιρέσεις θα πρέπει να ενεργοποιούνται με φειδώ και με βάση την αρχή της αναλογικότητας (πρόσφορο, ανάλογο και αναγκαίο μέτρο). Η § 4 του άρθρου 14 αναφέρει αναλυτικά τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της κατάσχεσης, καθώς και τα ένδικα μέσα που μπορούν να ασκηθούν κατ’ αυτής.

            Στο άρθρο 14 § 5 κατοχυρώνεται το δικαίωμα απάντησης σε περίπτωση αναληθούς, ανακριβούς, υβριστικού ή δυσφημιστικού δημοσιεύματος ή εκπομπής. Η ίδια διάταξη καθιερώνει και την υποχρέωση του μέσου ή του εντύπου να δημοσιεύσει ή να μεταδώσει την απάντηση και μάλιστα κατά τρόπο που θα εξασφαλίζει την πλήρη και άμεση επανόρθωση. Σχετικές είναι και διατάξεις του κοινού νομοθέτη (π.χ. ενδεικτικά το άρθρο 369 του Ποινικού Κώδικα).

            Άμεσα σχετιζόμενη με την § 5 είναι και η § 6 του άρθρου 14, η οποία προβλέπει την προσωρινή ή οριστική παύση του εντύπου ή και την απαγόρευση άσκησης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος. Η κρατούσα άποψη θεωρεί ότι η συγκεκριμένη διάταξη όχι μόνο πρέπει να ερμηνεύεται στενά, αλλά και εν όψει μιας μελλοντικής συνταγματικής αναθεώρησης πρέπει να καταργηθεί.

            Το άρθρο 14 § 7 καθορίζει τη διαδικασία της εκδίκασης των ποινικών υποθέσεων του Τύπου. Έχει υποστηριχθεί ότι η αυτόφωρη διαδικασία δεν αποτελεί το προσφορότερο μέσο επίλυσης διαφορών του Τύπου, οι οποίες συχνά απαιτούν πληθώρα αποδείξεων και σύνθετες σταθμίσεις. Η ΕΣΗΕΑ έχει επανειλημμένα ασκήσει έντονη κριτική για την εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας σε υποθέσεις του Τύπου, η οποία οδήγησε ουκ ολίγους δημοσιογράφους στη διανυκτέρευσή τους σε κρατητήρια αστυνομικών τμημάτων. 

            Η § 8 του άρθρου 14 αναφέρεται στις προϋποθέσεις και τα προσόντα άσκησης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος. Ο σχετικός εφαρμοστικός νόμος δεν έχει εκδοθεί. Η διάταξη έχει επικριθεί ως απαρχαιωμένη και γι’ αυτό καταργητέα.

            Το άρθρο 14 § 9 επιχειρεί να εξασφαλίσει την πολυφωνία και τον πλουραλισμό στα ΜΜΕ. Πρόκειται για την περίφημη διάταξη περί “βασικού μετόχου”, η οποία έχει βρεθεί κατά καιρούς στο στόχαστρο της νομικής και πολιτικής κριτικής.

            Η σημασία της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 14 είναι προφανής όχι μόνο γιατί αναφέρεται στην ελευθερία της έκφρασης και την ελευθεροτυπία, οι οποίες αποτελούν θεμελιώδεις συνιστώσες του δημοκρατικού πολιτεύματος, αλλά και γιατί συνδέεται και με φαινόμενα, τα οποία συχνά–πυκνά βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας σφαίρας. Τέτοια φαινόμενα είναι ιδίως οι εκφοβιστικές αγωγές κατά δημοσιογράφων (slapp), η διασπορά ψευδών ειδήσεων (fakenews), ο ρατσιστικός ή γενικότερα μισαλλόδοξος λόγος (hatespeech), οι σχέσεις εξάρτησης των δημοσιογράφων από τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ κοκ.

Αριστέα Κοντόζογλου

Δημοσιογράφος